Ποιον ωφελούν οι επιθέσεις στην ανυπότακτη αριστερά;

23martiou

Την Πέμπτη 23 Μαρτίου συνέβη ένα θλιβερό περιστατικό: ομάδα κρανοφόρων έστησε ενέδρα στον χώρο του ΕΜΠ, επιτέθηκε και ξυλοκόπησε άγρια φοιτητές-μέλη της αντικαπιταλιστικής αριστεράς (ΕΑΑΚ). Το μεγάλο σοκ στον κόσμο της αριστεράς και του κινήματος προκλήθηκε από το γεγονός πως η ομάδα «κρούσης» ήταν μέλη της ΚΝΕ, αλλά και του ΠΑΜΕ!

Δεν είναι σπάνιες δυστυχώς οι περιπτώσεις που στο χώρο της νεολαίας η αντιπαράθεση ξεφεύγει από την πολιτική συζήτηση και φτάνει στη βιαιοπραγία -κι αυτό είναι βέβαια καταδικαστέο. Εδώ όμως έχουμε να κάνουμε με ένα διαφορετικό ποιοτικά περιστατικό: μια συγκροτημένη κι εξοπλισμένη ομάδα με στόχο τη χρήση βίας, τη συμμετοχή «εξωτερικών ενισχύσεων», που κατέληξε ακόμη και σε αφαίρεση προσωπικών αντικειμένων.

Το ΚΚΕ και οι δυνάμεις του στη νεολαία συστηματικά απέφυγαν να τοποθετηθούν για το περιστατικό, ενώ μέλη της ΚΝΕ/ΠΚΣ μιλούν για «συκοφάντες» και ανύπαρκτα γεγονότα. Μόνο που το περιστατικό πράγματι και αδιάψευστα συνέβη, υπάρχουν φωτογραφίες, παθόντες και αυτόπτες μάρτυρες, αλλά και φοιτητές που δυστυχώς κατέληξαν στο νοσοκομείο. Θα θέλαμε πολύ να πιστέψουμε ότι ήταν τυχαίο ή μεμονωμένο περιστατικό, ή έστω ότι ήταν «εκτός γραμμής», αλλάτα δεδομένα δείχνουν δυστυχώς το αντίθετο. Αν δούμε το περιστατικό μέσα στο συνολικότερο πλαίσιο, γίνεται φανερό πως εντάσσεται σε μια προσπάθεια να προκληθεί ένταση ανάμεσα στη βάση του ΚΚΕ και της υπόλοιπης αριστεράς, και να υπονομευτούν οι κοινοί αγώνες, όπου έχουν αρχίσει να εμφανίζονται, παρότι είναι σήμερα πιο απαραίτητοι παρά ποτέ.

Καταρχάς το περιστατικό της Πέμπτης 23 Μαρτίου δεν ήταν το πρώτο, αλλά κλιμάκωσε επιθέσεις χαμηλότερης έντασης που έγιναν τις προηγούμενες ημέρες σε άλλες σχολές κι ενάντια σε άλλους φοιτητές και φοιτήτριες σχημάτων της ΕΑΑΚ, που αναλυτικά αναφέρονται στη σχετική ανακοίνωσή της. Επιπλέον δεν καταδικάστηκε η επίθεση από την ΚΝΕ ήτην ΠΚΣ, ούτε από το ΚΚΕ, και ούτε καν χαρακτηρίστηκε σανεπίθεση που «δεν έγινε από τους ίδιους» ή «δεν τους εκφράζει». Τέλος, τα μέλη του ΚΚΕ δεν κινούνται αυθόρμητα, αλλά παίρνουν έγκριση της καθοδήγησης για τόσο μαζικές και οργανωμένεςδράσεις –αυτή είναι μια δηλωμένη πολιτική επιλογή με την οποία μπορεί κανείς να συμφωνεί ή να διαφωνεί, αλλά την ύπαρξή της κανείς δεν αμφισβητεί. Η επίθεση λοιπόν που κλιμακώθηκε στις 23 Μαρτίου είτε έγινε αποδεκτή είτε σχεδιάστηκε από την ηγεσία της ΚΝΕ και του ΚΚΕ.

Εύλογα προκύπτει το πολιτικό ερώτημα, ποιαη αιτία μιας τέτοιας κίνησης στη σημερινή συγκυρία; Ενώ δηλαδήη κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ ετοιμάζεται να περάσει το Τέταρτο Μνημόνιο, που θα φέρει μόνιμη εξαθλίωση και ισοπέδωση των κοινωνικών και εργασιακών δικαιωμάτων;Ενώ στον διεθνή χώρο η σκληρή ακροδεξιά κερδίζει έδαφος, καιτα σύννεφα του πολέμου πυκνώνουν στην περιοχή μας;

Την ίδια στιγμή, λιγότερο προφανή αλλά υπαρκτά ελπιδοφόρα σκιρτήματα σαλεύουν στο τοπίο του ευρύτερου κινήματος: ενάντια στην καπιταλιστική επέλαση ξεκινούν αγώνες για δικαιώματα σε χώρους δουλειάς, στους συνταξιούχους και σε γειτονιές, αλλά και συγκροτούνται ή ενισχύονται ενωτικά σχήματα και συσπειρώσεις. Το αντιφασιστικό και αντιιμπεριαλιστικό κίνημα κάνει νέα βήματα, και μάλιστα καταγράφει μικρές νίκες μέσα από τη συσπείρωση δυνάμεων, για παράδειγμα στις (κοινές και με τις δυνάμεις του ΚΚΕ) κινητοποιήσεις έξω από τα σχολεία για την εκπαίδευση των προσφυγόπουλων, αλλά και στις 18 Μάρτη ενάντια στον φασισμό. Σπέρματα αγωνιστικών κινητοποιήσεων βλασταίνουν και στο χώρο της νεολαίας, όπως την Τετάρτη 21 Μαρτίου έξω από το Υπουργείο Παιδείας, όπου συναντήθηκαν δυνάμεις των ΕΑΑΚ και της ΠΚΣ. Με αφορμή τα 60χρονα της ΕΕ πετύχαμε μια πρώτη αλλά σημαντική πολιτική συμφωνία κοινής δράσης πολλών αριστερών δυνάμεων.

Όλες αυτές οι κινητοποιήσειςσυνοδεύονται από αναρίθμητες πρωτοβουλίες, συζητήσεις και ζυμώσεις για το αναγκαίο κοινωνικοπολιτικό μέτωπο όσο και για έναν σύγχρονο κομμουνιστικό φορέα, αλλά και για την ανάγκη κοινής δράσης. Για παράδειγμα, πρόταση κοινής δράσης εν όψει των μέτρων της δεύτερης αξιολόγησης έστειλε η ΑΝΤΑΡΣΥΑ και προς το ΚΚΕ σχετικά πρόσφατα. Διεργασίες δύσκολες, που συγκρούονται με χρόνιες παθογένειες του χώρου μας, αλλά είναι αναγκαίες όσο ποτέ άλλοτε αν θέλουμε να υπάρξουν αποτελέσματα.

Στις διαδικασίες αυτές εμπλέκονται αργά αλλά σταθερά όλο και περισσότεροι αγωνιστές και αγωνίστριες της αριστεράς. Πάνω από όλα στους αγώνες όλο και πιο συχνά βρίσκονται δίπλα δίπλα μέλη του ΚΚΕ, της ΛΑΕ, της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και άλλων συλλογικοτήτων, καθώς και ανένταχτες αγωνίστριες και ανένταχτοι αγωνιστές. Μπορεί να διαμορφωθεί έτσι ένα ελπιδοφόρο κλίμα σύγκλισης στις πολιτικές ζυμώσεις που γίνονται. Όσο η ηγεσία του ΚΚΕ δεν καταδικάζει τις επιθέσεις όπως αυτή της 23ης Μάρτη, δίνει την εντύπωση πως ακριβώς αυτό το κλίμα θέλει να δυναμιτίσει, και μάλιστα εν όψει του συνεδρίου που επίκειται. Η ίδια ηγεσία ωστόσο στέλνει στελέχη της να συναγελάζονται με το αστικό πολιτικό προσωπικό, αποφεύγει κάθε σύγκρουση με το κράτος και δυστυχώς συνήθως και με το ναζιστικό παρακράτος, αρνείται να στηρίξει αγωνιστές και αγωνίστριες που σέρνονται στα δικαστήρια ή συκοφαντούνται από εκπροσώπους των καπιταλιστών αν δεν είναι “δικοί της”, και προχωρά στο 20ο συνέδριο του Κόμματος αδιαφορώντας για την έλλειψη πραγματικού διαλόγου ή αναζητήσεων.

Δυστυχώς η ηγεσία του ΚΚΕ δρα κατά καιρούς σαν ο πραγματικός εχθρός της να είναι η υπόλοιπη μαχόμενη αριστερά, οι κοινωνικοί αγωνιστές και αγωνίστριες που δεν ακολουθούν τη δική της γραμμή. Αντιστρατεύεται τις ελπιδοφόρες διαδικασίες που επηρεάζουν τμήματα της βάσης του ΚΚΕ ανοίγοντας προοπτικές να εγκαταλειφθούν ο απομονωτισμός και η ηττοπάθεια. Ακριβώς εδώ εντοπίζονται οι αιτίες της προβοκάτσιας, που δεν ήταν δυστυχώς ούτε «συνηθισμένοι νεανικοί καυγάδες» ούτε εξάψεις «και από τις δυο πλευρές», όπως έσπευσαν κάποιοι να πουν, είτε καλοπροαίρετα είτε υστερόβουλα.

Η απάντηση δεν είναι να καταγγελθεί γενικά το ΚΚΕ, ή να ξεκινήσει βεντέτα με τα μέλη του. Βεβαίως καταγγέλλουμε εμφατικά την προβοκάτσια, τόσο στις πολιτικές στοχεύσεις της όσο και γιατί αντιστρατεύεται το ήθος της αριστεράς και του κομμουνισμού(αλήθεια, αναρωτιέται η ηγεσία του ΚΚΕ πώς επηρεάζουν τη συνείδηση των μελών και των υποστηριχτών του τέτοιες πρακτικές;). Φυσικά ενισχύουμε την περιφρούρηση διαδικασιών, αγωνιστών και αγωνιστριών. Προέχει όμως να ηττηθεί πολιτικά η επιδίωξη της ηγεσίας του ΚΚΕ να πυροδοτήσει αριστερό εμφύλιο, να υψώσει τείχη από ανοιγμένα κεφάλια στο εσωτερικό της αριστεράς

Δεν είναι εύκολη υπόθεση. Ανθρώπινη κι απόλυτα κατανοητή η οργή, αλλά για να αλλάξουμε τον κόσμο πρέπει να υπερβαίνουμε συνεχώς αδυναμίες, παθογένειες και λάθη. Πρέπει να μπορούμε να διακρίνουμε με πολιτική νηφαλιότητα τη θολή εκείνη ζώνη ανάμεσα στο αναγκαίο και το εφικτό, και εν τέλει να κάνουμε αυτά τα νοσηρά περιστατικά αφορμές για πολιτική ωρίμανση.

Η καλύτερη απάντηση σε τέτοιες πρακτικές είναι να εντείνουμε τους κοινούς αγώνες για την ανατροπή του μνημονιακού εφιάλτη, και να προχωρήσουμε απερίσπαστα τις πολιτικές διαδικασίεςγια την κοινή δράση, το πολιτικοκοινωνικό μέτωπο και τον κομμουνιστικό φορέα. Μόνον αυτή η πολιτική κατεύθυνση απαντά στην κοινωνική εκχέρσωση που εδώ κι εφτά χρόνια επιβάλλουν οι μνημονιακές πολιτικές, στη διχοτόμηση μισθών και συντάξεων, στην κόλαση της ανεργίας και της μαύρης εργασίας, στην απάνθρωπη διαχείριση των προσφύγωναπό την Ευρωπαϊκή Ένωση, στην αποσάθρωση των δομών κοινωνικής προστασίας, στην όξυνση των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών.

Μέσα στις τραγικές αυτές συνθήκες η ανασυγκρότηση του εργατικού και νεολαιίστικου κινήματος, πιο επιτακτική από ποτέ, συνδέεται διαλεκτικά με την δημιουργία του κοινωνικού και πολιτικού μετώπου ανατροπής και ενός ισχυρού κομμουνιστικού ρεύματος στο εσωτερικό του. Σ’ αυτόν το δρόμο θα συνεχίσουμε αποφασιστικά την προσπάθειά μας.